ἑφθέος

ἑφθέος, α, ον, ([etym.] ἔψω)
A to be boiled, opp. ὠμός, Nic.Al.392.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφθέος — ἑφθέος, α, ον (Α) αυτός που πρέπει κάποιος να τόν μαγειρέψει, αντίθ. τού ὠμός. [ΕΤΥΜΟΛ. Ρηματ. επίθ. σε θεος (< τεος) τού ρ. ἕψω] …   Dictionary of Greek

  • ἑφθέα — ἑφθέᾱ , ἑφθέος to be boiled fem nom/voc/acc dual ἑφθέᾱ , ἑφθέος to be boiled fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.